Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

"Εδώ Πολυτεχνείο..."


Το περασμένο Σάββατο, εκπλήρωσα ένα παιδικό μου όνειρο.
Στάθηκα έστω και για λίγες στιγμές εμπρός από την είσοδο ενός από τα πιο ιστορικά κτίρια της Ελλάδας, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου...
Στάθηκα για λίγο μπρος από την καγκελόπορτα που έριξε το άρμα μάχης τη βραδυά της 17η Νοεμβρίου του 1973.
Είδα με τα μάτια μου τις κολώνες που οι φοιτητές κρέμονταν σαν τα σταφύλια μπρος στα όπλα του καθεστώτος και δεν δείλιασαν, δεν έσκυψαν το κεφάλι, έμειναν εκεί μέχρι το τέλος...
Και άλλαξαν την ιστορία αυτού του τόπου, τον έβγαλαν από τον γύψο...

Ξέρω, κάποιοι θα πουν πως η γενιά του Πολυτεχνείου πρόδωσε τα ιδανικά της.
Πως όσοι επαναστάτησαν εκείνο τον Νοέμβρη συμβιβάστηκαν, έγιναν οι ίδιοι "καθεστώς" και φτάσαμε στις μέρες μας να θεωρούμε το Πολυτεχνείο σαν την αρχή του τέλους για τη χώρα, σαν τη αφετηρία της διαδρομής που οδήγησε σε όσα ζούμε σήμερα και έχουν φέρει τη χώρα πέρα από τα πρόθυρα της καταστροφής.
Δύσκολα θα διαφωνήσω, όμως, ποιά γενιά δεν έχει τις παθογένειές της;
Η γενιά του "ΟΧΙ" δεν ήταν εκείνη που έφερε τον εμφύλιο, τις εξορίες και το παρακράτος του 50 και του 60;

Το νόημα του Πολυτεχνείου, της ανάτασης μπρος στην απολυταρχία, δεν μπορεί να εκλείψει ούτε να σπηλωθεί από τίποτα και κανέναν.
Το Πολυτεχνείο δεν ήταν μόνο οι άνθρωποι, ήταν η φλόγα της νιότης που αντιστάθηκε, που είχε το θάρρος και το θράσος να κάνει ό,τι δεν έκανε κανείς άλλος μέσα στην επταετία.
Ήταν τα παιδιά που μάτωσαν και δεν έγιναν ποτέ γνωστά γιατί δεν έγιναν πολιτικοί "άρχοντες" στην μεταπολίτευση.

Είναι αυτά τα παιδιά με το λυπημένο βλέμμα που έδωσαν πνοή στην προτομή του φοιτητή λίγα μέτρα από την είσοδο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου στην οδό Πατησίων...







Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

"-Μπαμπά, γιατί τον φωνάζουν Δράκο;"


Ο Παναγιώτης Γιαννάκης είναι ένας ζωντανός θρύλος.
Είναι ένα είδωλο για τα σημερινά παιδιά αλλά περισσότερο για μας που τον γνωρίσαμε στο Eurobasket του 1987 σαν καλοθοσφαιρστή και το 2005-2006 σαν προπόνητη της καλύτερης ίσως εθνικής ομάδας μπάσκετ όλων των εποχών.

Στις 23 Μαΐου βρέθηκε στις εγκαταστάσεις του Ηράκλειο ΟΑΑ για να μιλήσει στα παιδιά των ακαδημιών του συλλόγου και φυσικά, οι γονείς που ανήκουμε στην γενιά του '87 δεν χάσαμε την ευκαιρία!
Στην αρχή ο "Δράκος" ήταν αμήχανος, προσπαθούσε να βρει ένα τρόπο να ανοίξει την κουβέντα.
Πήρε την πορτοκαλί μπάλα από ένα παιδί, άρχισε να την κυκλοφορεί στα χέρια του λες και ήθελε τη βοήθειά της να ξεκινήσει.
Για μια στιγμή έπεσε σιωπή στο γήπεδο. Οι περισσότεροι νοιώσαμε λιγάκι παράξενα, αμήχανα. Ο Δράκος κοιτούσε την μπάλα στα χέρια του, έψαχνε τα λόγια του, τα ζύγισε και άρχισε να μιλάει!

Μακάρι να είχα ηχογραφήσει όσα είπε γιατί πραγματικά είχαν μεγάλη αξία να τα ακούς από το στόμα ενός τόσο μεγάλου αθλητή.
Μίλησε στα παιδιά, όχι για πρωταθλήματα και κύπελλα, αλλά για τον τρόπο ζωής που θα πρέπει να έχουν.
Τους είπε να ακολουθούν τα όνειρά τους και να προσπαθούν κάθε μέρα να τα κάνουν πραγματικότητα.
Τους μίλησε για το σχολείο, για τη γνώση που είναι πάντα χρήσιμη.
Για την διατροφή και τις καθημερινές τους συνήθειες.

Μά, αυτό που μου έκανε εντύπωση περισσότερο από όλα ήταν πως τους ανέφερε πως ο μεγαλύτερος αντίπαλος για όλους, δεν είναι κανείς άλλος από τον ίδιο μας τον εαυτό.
Εκείνο τον εαυτό που θέλει να μας κρατήσει στο κρεβάτι για να μην πάμε στην προπόνηση.
Αυτόν που συνεχώς μας φωνάζει να σταματήσουμε για να ξεκουραστούμε.
Εκείνος ο ίδιος που διαρκώς προσπαθεί να μας κρατήσει στην στασιμότητα, την αφάνια, την απραξία.Τη "μη ύπαρξη"...
Το συναίσθημα αυτό είναι πολύ γνώριμο για όποιον βάζει στόχους στη ζωή του.

Τον Παναγιώτη Γιαννάκη τον φώναζαν Δράκο γιατί μέσα στο γήπεδο ήταν πάντα τόσο αφοσιωμένος στον στόχο του που τα μάτια του λες και πετούσαν φωτιές!
Δεν ήταν απλά το "Βλέμμα της Τίγρης" όπως έλεγε το ομώνυμο τραγούδι που έπαιζε στα μεγάφωνα του ΣΕΦ του 1987, όταν η Εθνική Ελλάδος έμπαινε στο γήπεδο.
Ήταν η φωτιά της θέλησης, το πείσμα, η αφοσίωση που οδήγησε μια μικρή χώρα με καμία παράδοση στο μπασκετ, να τα βάλει με τα μεγαθήρια της δεκαετίας του 1980, να τα νικήσει και να γίνει μια απο τις μεγαλύτερες δυνάμεις του παγκόσμιου ομαδικού αθλητισμού.

Αυτό που κατάλαβα για μία ακόμα φορά χτες είναι πως τελικά, τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή.
Τίποτα δεν πρόκειται να μας χαριστεί, τίποτε δεν έρχεται μόνο.
Μόνο η σκληρή δουλειά και η υπέρβαση οδηγούν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.
Μόνο έτσι μπορεί κανείς μας να νικήσει τον χειρότερο και πιο επίμονο αντίπαλο.

Τον ίδιο του τον εαυτό.





Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Βαγγέλης....


Φώτο από το www.singleparent.gr
 Στο 39ο Δημοτικό Σχολείο Ηρακλείου που πέρασα τα πρώτα μαθητικά μου χρόνια, υπήρχε μια παράξενη ιεραρχία. Λόγω της φιλοξενίας του ιδρύματος σε ένα κτίριο που μόνο για σχολείο δεν προοριζόταν, υπήρχε μια εσωτερική σκάλα που οδηγούσε σε δύο αίθουσες στον πρώτο όροφο που ήταν, τόσο επικίνδυνη που υπήρχε ο άγραφος κανόνας στις δύο τάξεις αυτού του επιπέδου να φοιτούν παιδιά μόνο στην Πέμπτη και Έκτη τάξη. Οι δάσκαλοι είχαν την ελπίδα πως εκείνα θα κουβαλούσαν αρκετό μυαλό μέσα στο κεφάλι τους ώστε να μην σκοτωθούν σε κάποιο διάλειμμα.
Λόγω του άτυπου αυτού διαχωρισμού, μόλις ένα παιδί τέλειωνε την Τετάρτη τάξη και "ανέβαινε" την σκάλα, ένοιωθε λες και άλλαζε επίπεδο, λες και αποκτούσε περισσότερη αξία στον σχολικό μικρόκοσμο. Μια χαζομάρα ήταν βέβαια όλο αυτό, για ποιό επίπεδο μπορείς να κουβεντιάσεις μέσα σε ένα κτίριο που χτίστηκε για να γίνει σπίτι και στέγασε ένα σχολείο από καθαρή ανάγκη, χωρίς πόσιμο νερό, με τις πιο βρώμικες τουαλέτες που θα μπορούσαν να υπάρξουν ποτέ και μάλιστα δίπλα ακριβώς στις εισόδους των αιθουσών διδασκαλίας, χωρίς την ύπαρξη αυλής, χωρίς τις υποτυπώδεις υποδομές... Μόνο το φιλότιμο του διδακτικού προσωπικού ήταν αυτό που κρατούσε την καθημερινότητα του σχολείου μας σε ανεκτά επίπεδα.
Ήμουν στην Πέμπτη δημοτικού, ο δάσκαλός μας ήταν από το Οροπέδιο Λασιθίου, "εκπαιδευτικός" παλιάς κοπής, μας ξυλοφόρτωνε με κάθε ευκαιρία χρησιμοποιώντας τη... συλλογή του από ξυλόβεργες που στόλιζε δεξιά κι αριστερά τον πίνακα. Την εποχή εκείνη, όχι παλαιότερα από το 1987, το ξύλο στα Δημοτικά Σχολεία ήταν "παιδαγωγική" μέθοδος, ό,τι είχε απομείνει από τις πρακτικές που εφαρμόζονταν στις δεκαετίες του 1960 και 1970 οι αυταρχικοί "δάσκαλοι", πραγματικοί βασανιστές των παιδιών. Η γενιά μου ευτυχώς ήταν η τελευταία που ανέχτηκε αυτή τη βαρβάρότητα που εξαφανίστηκε όταν και η τελευταία φουρνιά δασκάλων όπως εκείνος που είχα στην Πέμπτη Δημοτικού, αποφάσισε να μας αδειάσει τη γωνιά και να χαρεί τα χρόνια της συνταξιοδότησης.
Πρέπει να είχε προχωρήσει μέχρι τα μισά του το πρώτο τρίμηνο όταν ήρθε ο Βαγγέλης ουρανοκατέβατος ένα πρωί στην τάξη μας. Ο δάσκαλος μάς τον παρουσίασε σαν νέο μαθητή από μεταγραφή χωρίς ίχνος συναισθήματος, χωρίς καμία υπόδειξη για την υποδοχή κι αποδοχή του και όρισε τη θέση του δίπλα στη δική μου μιας κι εγώ καθόμουν στο τελευταία θρανίο μονάχος, για να μπορώ να κοιτάζω την ώρα του μαθήματος τη Φιλιώ.
Φορώντας μια φόρμα, χωρίς τσάντα, με τα ρούχα του να ξεχειλίζουν γύρω από τον παντελόνι, δεν μπορώ να πω πως ευχαριστήθηκα ιδιαίτερα με την παρουσία του δίπλα μου. Όλοι οι υπόλοιποι μέσα στην τάξη είχαμε μεγαλώσει μαζί, στους ίδιους δρόμους, στις ίδιες γειτονιές. Ο Βαγγέλης δίπλα μας ένοιαζε ένας ξένος, παρείσακτος. Τη δυσκολία της αποδοχής του ενίσχυε ο ίδιος με το κάθετί έκανε. Μιλούσε φωναχτά, έβριζε ασταμάτητα με κάθε ευκαιρία, ενώ η φωνή του είχε ένα χαρακτηριστικό σφύριγμα που συνόδευε κάθε φράση, ένδειξη άγχους πρέπει να ήταν τώρα που το σκέφτομαι, που την καθιστούσε εκνευριστική.
Πέρασε καιρός προκειμένου να μπορέσουμε να τον αποδεκτούμε τα υπόλοιπα αγόρια της τάξης και πάλι όμως τον κρατούσαμε σε απόσταση, ήταν και ο ίδιος απόμακρος, πάντα με βλέμμα απλανές, πάντα προβληματισμένος. Και πάντα αδιάβαστος... Ο δάσκαλος τον χτυπούσε διαρκώς για να τον συνετήσει (η "παιδαγωγική" που ανέφερα πριν...) αλλά εγκατέλειψε κάποια στιγμή την προσπάθεια όταν κατάλαβε πως άδικος ήταν ο κόπος του, άδικα έσπαγε τις βέργες του στις παλάμες του άμοιρου Βαγγέλη.
Ένα από τα πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου και για τα οποία ντρέπομαι είναι ένα βάρβαρο "παιχνίδι" που είχαμε εφεύρει για να πειράζουμε τον Βαγγέλη. Όταν σαν "μεγάλοι" που ήμασταν ο διευθυντής του σχολείου μας ανέθετε να αδειάσουμε το μεταλλικό βαρέλι της αυλής με τα σκουπίδια στον κάδο απορριμάτων του δρόμου, πάντα μα πάντα "από λάθος" δήθεν απρόσεκτα ρίχναμε το βαρέλι μέσα στον κάδο... και πάντα βάζαμε τον Βαγγέλη να μπαίνει μέσα σ' αυτόν και να το βγάζει έξω. Αναρωτιέμαι σήμερα πώς είναι δυνατόν να γελάει σαν ηλίθιος ένας 10 χρονος με αυτό το θέαμα... Και πώς είναι δυνατόν ένας άλλος, το θύμα, να μην κρατάει ποτέ κακία.
Όλοι οι συμμαθητές από το 39ο δημοτικό συνεχίσαμε μαζί στην πρώτη γυμνασίου. Κάποιοι δεν συνέχισαν στην δεύτερη τάξη, μεταξύ τους και ο Βαγγέλης. Δεν τα έπαιρνε τα γράμματα. Βαριόταν να μελετήσει. Ήταν μια περίπτωση παιδιού που σίγουρα χρειαζόταν άλλου είδους στήριξη για να μπορέσει να φοιτήσει στο σχολείο, κάτι που μπορεί να είναι αυτονόητο στις μέρες μας αλλά τότε δεν υπήρχαν οι υποδομές για να γίνει. Μία από τις τελευταίες φορές που τον θυμάμαι σαν συμμαθητή μου, ήταν περίπου στα μέσα της χρονιάς. Είχε τσακωθεί με τον Ανδρέα, τον "νταή" της τάξης μας. Είχαν λογοφέρει την ώρα του διαλείμματος και ο Ανδρέας του είχε πει να βρεθούν αφού σχολούσαμε για να λύσουν τις διαφορές τους με τα χέρια. Τρόμαξα, μίλησα στον Βαγγέλη, είχε άγνοια κινδύνου. Προσπάθησα να συνετίσω τον Ανδρέα.
"-Ξεκόλλα ρε, δεν το βλέπεις το παλικάρι που δεν νοιώθει; Κάνε πίσω".
Ανένδοτος εκείνος, ήθελα να κάνει επίδειξη ανδρισμού μέσα από κάποιον αδύναμο.
"-Θα του σπάσω τα μούτρα".
Δεν έκανε κανείς από τους δυο του πίσω, βρέθηκαν στην αυλή μετά το τέλος των μαθημάτων και ξεκίνησαν τον καυγά. Λίγο πριν συμβεί κανένα κακό, μας είδε έτσι μαζεμένους ένας καθηγητής που κατευθυνόταν στο αυτοκίνητό του και η παράσταση έλαβε τέλος...
Χαθήκαμε με τον Βαγγέλη για δυο-τρία χρόνια, εγώ συνέχισα το σχολείο, εκείνος το παράτησε και έπιασε δουλειά σε μια φρουταγορά κοντά στο πατρικό μου. Τον συνάντησα ξανά όταν ήμουν στην πρώτη τάξη του Λυκείου. Περνούσα τακτικά εκείνη την εποχή δίπλα από την φρουταγορά που δούλευε καθώς έκανα "ερωτικά" περάσματα από ένα σπίτι εκεί δίπλα.
Κάποιες φορές σταμάτησα και πιάσαμε την κουβέντα, παρέμενε ο ίδιος όπως τότε. Φωνακλάς, με μια βρισιά μόνιμα στην άκρη των χειλιών του, με άγνοια κινδύνου, ίδιος και απαράλλακτος.
Με τα χρόνια χαθήκαμε εντελώς. Αλλού εγώ, εκείνος πάντα στο ίδιο κατάστημα, στο ίδιο πόστο.
Τον συνάντησα πριν απο μια δεκαριά χρόνια τυχαία και πάλι στο δρόμο. Τρόμαξα, μου φάνησε γερασμένος, λες και ήταν ο ίδιος Βαγγέλης αλλά φορούσε ένα ξένο κοστούμι με το δέρμα ενός ηλικιωμένου. Έπρωχνε ένα μεταλλικό καρότσι. Του κούνησα το χέρι για να τον χαιρετίσω, δεν θυμάμαι να αντέδρασε.
Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν το 2013. Για την ακρίβεια δεν είδα τον ίδιο, αλλά μια φωτογραφία του κολλημένη σε ένα στύλο της ΔΕΗ.
Βαγγέλης Φ., ετών 37.
Θυμήθηκα την πρώτη φορά που τον είχα συναντήσει, λίγα μέτρα πιο κάτω, στην αίθουσα του 39ου δημοτικού σχολείου.
Τότε που όλοι κάναμε όνειρα για το μέλλον, απλά ο Βαγγέλης δεν τόλμησε ποτέ να μας φανερώσει τα δικά του, λες και αισθανόταν πως δεν θα τον καταλαβαίναμε.
Ίσως αυτά να ονειρευόταν τις στιγμές που το βλέμμα του χάνονταν στην τάξη, τότε που το μυαλό του ταξίδευε μακριά έξω από τα όρια του μικρού μας σχολείου....



Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Ερείπια...


Εδώ και κάμποσες μέρες κάθομαι μπρος από το πληκτρολόγιο και προσπαθώ να λεκτικοποιήσω ένα συναίσθημα που νοιώθω από παιδί αλλά δεν τα καταφέρνω...
Κάθησα πάλι σήμερα μπρος από την οθόνη και βλέπω τον κέρσορα να αναβοσβήνει σε λευκό φόντο και δεν μπορώ να σταυρώσω λέξη.
Γράφω, σβήνω εκφράσεις, τίποτα δεν μένει στη θέση του και πάλι γίνεται λευκή η σελίδα, όλα σκουπίδια, τίποτα δεν κολλάει με αυτό που νοιώθει η ψυχή μου...
Ψυχή... Αυτή είναι η λέξη που ξεκλειδώνει τα πάντα...
Ψυχή όχι με την έννοια που την ερμηνεύουν οι περισσότεροι του "αόρατου" που μας κρατά στη ζωή, αλλά σαν αυτό που μας κρατά δέσμιους του "είναι", του "θέλω" και του "πρέπει". Ψυχή σαν θλίψη, σαν φυλακή της καρδιάς. Σαν τις αλυσίδες που κρατούν το σώμα για να μην πραγματοποιήσει το ποθητό, αυτό που θα το ελευθερώσει.
Η ζωή είναι σαν την προηγούμενη παράγραφο. Απλή και συνάμα μπερδεμένη.
Όμορφη αλλά και σκληρή σαν την αλήθεια.
Ευτυχώς που είναι μπερδεμένη γιατί δεν θα ήταν όμορφη.
Άλλο τόσο ευτυχώς που είναι σκληρή γιατί δεν θα ήταν αληθινή, δεν θα ήταν γλυκιά και θα την αφήναμε να γλιστήσει μέσα από τα δάχτυλά μας σαν το νερό της βρύσης.

Μεγάλωσα σε μια πόλη γεμάτη πανέμορφα κτίρια ερειπωμένα από την εγκατάλειψη, γι' αυτό και στο μυαλό μου συνώνυμο της ομορφιάς αλλά και της εγκατάλειψης είναι τα ερείπια....
Απο μικρός έμαθα να αγαπώ την εγκατάλειψη. Από παιδί όταν ξεκίνησα να διαβάζω τα πρώτα μου βιβλία για το Ηράκλειο, έβλεπα τα παλιά κτίρια σαν ζωντανούς οργανισμούς που ήθελαν να μιλήσουν, να πουν ιστορίες από το παρελθόν τους, να περιγράψουν χαρές και λύπες, χαμόγελα και δάκρυα που πότισαν τα πατώματά τους. Που πονούσαν και ούρλιαζαν με την κακομεταχείριση, την αδιαφορία, την εγκατάλειψη...
Έρχονταν νύχτες που στα όνειρά μου άνοιγαν οι βαριές καστρόπορτες των τειχών, άναβαν στο εσωτερικό των στοών τους δάδες με κατακίτρινο φως και τα περάσματά τους γέμιζαν ζωή, παλιούς καστρινούς και στρατιώτες, νύχτες καλοκαιρινές με άρωμα γιασεμί και κόσμο να χαμογελάει και να χορεύει με σκοπούς από άλλες εποχές!
Όνειρα που παρακαλούσα να μην τελειώσουν, όνειρα που μοιάζαν τόσο οικεία και ζωντανά, που με αγκάλιαζαν όπως το κόκκινο κουβερτάκι της μάνας μου όταν ήμουν μωρό, που γέμιζαν τα ρουθούνια μου με το άρωμα του γιασεμιού από το βαρέλι στην αυλή του πατρικού μου στην παιδική μου ηλικία....


Η μόνη μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία, διάβασα κάπου.
Πόσο αλήθεια!
Όσο περνούν τα χρόνια συνειδητοποιώ πως ένα από τα λίγα πράγματα που ενώνουν το σήμερα με την παιδική μου ηλικία είναι αυτά τα ερείπια που γερνάνε μέρα με τη μέρα μαζί μου.
Η αγάπη και η ενασχόλησή μου με αυτά είναι από τα ελάχιστα που έχω κρατήσει αναλλοίωτα μέσα μου, δεν είναι τυχαίο πως τις μέρες που ξεστρατίζω από το μονοπάτι της ζωής, εκείνα τα όνειρα της παιδικής μου ηλικίας έρχονται και πάλι στο νου και ζωντανεύουν.
Τότε που τα αρχοντικά της οδού 25ης Αυγούστου γεμίζουν ξανά ζωή, τότε που οι καστρόπορτες κιτρινίζουν από το φως, τότε μόνο η ψυχή μου γαληνεύει, τότε μόνο σπάνε τα δεσμά, τα όρια παύουν να υπάρχουν και το όνειρο γίνεται γλυκό σαν το χαμόγελο της Μαρίας, όμορφο σαν τα μάτια του Στέφανου....
Σαν τη ζωή που όσο σκληρή και δύσκολη κι αν φαντάζει κάποιες φορές, δεν παύει ποτέ να δίνει το περιθώριο να τη λατρέψουμε γι' αυτό που είναι.














Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Σε μια από τις όμορφες γειτονιές του Ηρακλείου....

Κι όμως, το Ηράκλειο έχει πολλές όμορφες όψεις!
Φτάνει να ανοίξεις τα μάτια, να αφήσεις το αυτοκίνητο και το μοτοποδήλατο και απλά να τις περπατήσεις ή να τις ποδηλατήσεις.
Τόσο απλά.








Άνοιξε τα μάτια.
Υπάρχουν εικόνες γύρω μας που αύριο μπορεί να τις νοσταλγούμε!
Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Θεοφάνεια στη θάλασσα...

Τα Θεοφάνεια στην θάλασσα είναι μια εξαιρετική εμπειρία.
Όταν κάποιος παρακολουθήσει την ρίψη του σταυρού σε κάποια παραλία, καταλαβαίνει την συνέχεια του εθίμου, από την αρχαιοελληνική λατρεία μέχρι σήμερα.
Ο τόπος που την παρακαλουθώ κάθε χρόνο είναι ξεχωριστός από μόνος του, γεμάτος σημάδια της παρουσίας του ανθρώπου από τα Μινωικά χρόνια μέχρι σήμερα.
Το σημείο εκείνο του Βαθειανού Κάμπου εμπρός από το ξενοδοχείο Arina υπήρξε Μινωικό νεώριο και λιμάνι, εδώ ήταν κατά την παράδοση ένας από τους τόπους που η μινωίτες κατασκεύαζαν τα πλοία της θαλασσοκρατορίας τους.
Στο ίδιο σημείο είναι εμφανή τα σημάδια της λατόμευσης πέτρας που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του γειτονικού Μεγάρου Νίρου που ανασκάφθηκε το 1918 από τον επιφανή αρχαιολόγο Στέφανο Ξανθουδίδη και άλλων κτισμάτων του γειτονικού οικισμού των Αγίων Θεοδώρων που ανέσκαψε το 1926 ο Σπυρίδων Μαρινάτος.
Είναι θαυμάσια η εικόνα να βλέπεις σήμερα, έπειτα από 3500 χρόνια, ανθρώπους να πλένουν τελετουργικά τα πρόσωπά τους μετά τον αγιασμό των υδάτων, στα ίδια νερά που οι τότε κάτοικοι χρησιμοποιούσαν για τον καθαρμό τους.


 
 
 
 
 





Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Στο σπήλαιο του Δία...

Είχα χρόνια να πάω στο Δικταίο Άνδρο, στον τόπο που κατά την μυθολογία γεννήθηκε ο Δίας.
Είναι ψηλά πάνω από το Ψυχρό, στο Οροπέδιο Λασιθίου.
Βρέθηκα στην... κατάλληλη παρέα και με συνοπτικές διαδικασίες, αποφασίσαμε την ανάβαση στον μονοπάτι.
Η αλήθεια είναι πως, παρόλο που το εσωτερικό του σπηλαίου είναι μαγευτικό για μας τους άμαθους, περισσότερο με εξοργίζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί τόσα χρόνια με την ανθρώπινη παρέμβαση, το τσιμπέντο και τα φώτα που αλλοιώνουν την εικόνα κι έχουν καταστρέψει τη ζωή στο σπήλαιο.














Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.